Η σχέση του Mike Marett με την Alfa Romeo Giulia Super του δεν ξεκίνησε ως ρομαντική ιστορία πάθους, αλλά ως ένα καθαρά πρακτικό σχέδιο. Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: προετοιμασία για συμμετοχή στο Targa Newfoundland, έναν από τους πιο απαιτητικούς αγώνες αντοχής σε δημόσιους δρόμους. Η Giulia αγοράστηκε ως project· ένα αυτοκίνητο που θα δεχόταν τις απαραίτητες μετατροπές, θα ενισχυόταν μηχανικά και θα μετατρεπόταν σε αξιόπιστο rally weapon.
Η προετοιμασία ήταν σοβαρή. Τοποθετήθηκε fuel cell, σύστημα πυρόσβεσης και έγιναν εκτεταμένες παρεμβάσεις στον κινητήρα. Ο κλασικός τετρακύλινδρος twin-cam της Alfa ανακατασκευάστηκε ώστε να αποδίδει με αξιοπιστία σε σκληρές συνθήκες, διατηρώντας όμως τον αυθεντικό, υψηλόστροφο χαρακτήρα που έκανε τη Giulia ξεχωριστή ήδη από τη δεκαετία του ’70. Δεν επρόκειτο για μια επιφανειακή ανακαίνιση, αλλά για μια ουσιαστική μηχανολογική αναβίωση.

Και τότε, ο αγώνας ακυρώθηκε. Η πανδημία άλλαξε τα σχέδια και το αυτοκίνητο δεν έφτασε ποτέ στη γραμμή εκκίνησης. Αντί για ειδικές διαδρομές, η Giulia βρέθηκε σε ένα πολύ διαφορετικό τεστ: ένα δεκάωρο ταξίδι από το Ohio μέχρι το Connecticut. Εκεί, μακριά από χρονόμετρα και αγωνιστική πίεση, αποκαλύφθηκε ο πραγματικός της χαρακτήρας.
Στον ανοιχτό δρόμο, η Giulia Super έδειξε γιατί τα κλασικά ιταλικά σεντάν έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικό status. Το ελαφρύ τιμόνι με την άμεση πληροφόρηση, το χειροκίνητο κιβώτιο με τις μηχανικές, «καθαρές» διαδρομές και ο ήχος του twin-cam που ανεβάζει στροφές με προθυμία δημιούργησαν μια εμπειρία απόλυτα αναλογική. Χωρίς φίλτρα, χωρίς ηλεκτρονικά βοηθήματα – μόνο οδηγός, μηχανή και δρόμος.

Αυτό που ξεκίνησε ως ένα εργαλείο για αγώνα μετατράπηκε σε κάτι πολύ πιο προσωπικό. Η Giulia δεν ήταν πλέον project, αλλά συνοδοιπόρος. Η αυθεντικότητα της κατασκευής της, ο έξυπνος αλλά λιτός σχεδιασμός της και η ισορροπία πλαισίου-κινητήρα θύμιζαν μια εποχή όπου η οδηγική απόλαυση ήταν το επίκεντρο της αυτοκίνησης.
Η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο ένα κλασικό Alfa Romeo. Αφορά τη στιγμή που ένα αυτοκίνητο παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται εμπειρία. Όταν η πρόθεση για ανταγωνισμό δίνει τη θέση της στη χαρά της διαδρομής. Και όταν μια «τυχαία» Alfa καταλήγει να αλλάζει για πάντα τη σχέση ενός ανθρώπου με την οδήγηση.






