Bye-Bye, New York

του Taki Theodoracopulos

Είναι μια αλήθεια, παγκοσμίως αναγνωρισμένη, ό,τι ένας άνθρωπος που έχει στην κατοχή του ένα ακίνητο στις Eλβετικές Άλπεις δεν έχει ανάγκη από ένα σπίτι στη Νέα Υόρκη. Με συγγνώμη προς την ηλικιωμένη Jane, σκέφτομαι σοβαρά να εγκαταλείψω τη ζωή στο Big Bagel μετά από σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Είναι στοιχειώδες, αγαπητοί αναγνώστες, το μέρος απλώς δεν είναι αυτό που ήταν- στην πραγματικότητα είναι η έλλειψη αίγλης και κομψότητας, η απόλυτη χοντροκοπιά της καθημερινότητας και η παντελής έλλειψη τρόπων συμπεριφοράς των κατοίκων της που με έχουν οδηγήσει στο να σκέφτομαι να εγκαταλείψω αυτό που κάποτε ήταν το πιο λαμπερό και συναρπαστικό μέρος του κόσμου.

Η πρώτη μου θέα του Μανχάταν ήταν το 1948, όταν με οδήγησε ο σοφέρ του πατέρα μου από το αεροδρόμιο LaGuardia και είδα τα κτίρια Chrysler και Empire State Building να δεσπόζουν πάνω από τους άλλους ουρανοξύστες. Ήταν σαν μια υπόσχεση για μεγάλες στιγμές που θα ακολουθούσαν. Μετά από τόσα χρόνια πολέμου στην Ευρώπη, αυτοί οι μεγάλοι πύργοι της πόλης συγκεντρωμένοι σε ένα στενό νησί έλαμπαν στον απογευματινό ήλιο. Η πόλη φαινόταν ανέγγιχτη από τον πόλεμο, κολοσσιαία και επιβλητική, και -σε σύγκριση με έναν κόσμο απωλειών και ερειπίων πίσω στην Ευρώπη- μεγαλοπρεπής.

Μετακομίσαμε σε μια μεγάλη σουίτα στο Plaza Hotel στην 5η Λεωφόρο και την 59η Οδό, και από το παράθυρό μου κοίταζα μια μεγάλη πινακίδα RCA στο πιο επιβλητικό από όλα τα κτίρια, το Rockefeller Center. Πάνω από αυτήν, ένα ηλεκτρικό fox terrier κουνούσε το κεφάλι του και κοίταζε μια πινακίδα που έγραφε “Η φωνή του αφέντη του”. Δεν έκλεισα μάτι εκείνη τη νύχτα. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου και έξι μήνες εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ κομμουνιστών ανταρτών και δημοκρατικών, η όμορφη Αθήνα είχε γίνει κομμάτια, είχε τρυπηθεί από σφαίρες και είχε διαλυθεί. H Gotham ήταν σαν να περπατούσες στον παράδεισο.

Την επόμενη μέρα, στην 5η Λεωφόρο, είδα ανθρώπους ντυμένους τόσο γοητευτικά όσο εκείνους που είχα δει στις ταινίες. Μπορούσε κανείς να νιώσει ότι η 5η Λεωφόρος ήταν η ουσία της Αμερικής, η παντοδυναμία της και η υπόσχεσή της ότι ο καθένας μπορούσε να ενταχθεί. Οι άνδρες φορούσαν καπέλα και κοστούμια, ενώ οι γυναίκες γάντια με καπέλο και ψηλά τακούνια. Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν ξανθά μαλλιά και σκανδιναβική εμφάνιση, όπως και οι ψηλοί Ιρλανδοί αστυνομικοί -λόγω των κανόνων ύψους, που τώρα καταργήθηκαν- που ήταν παντού. Ο μήνας του μέλιτος με την πόλη δεν κράτησε πολύ- με έστειλαν στο οικοτροφείο μετά από τρεις μέρες. Αλλά η Νέα Υόρκη παρέμεινε πάντα στο μυαλό μου, μια ονειρική εμμονή για την αίγλη της και την ανομολόγητη υπόσχεσή της ότι όλα ήταν δυνατά. Ειδικά ο ρομαντισμός. Μετά από έξι χρόνια επέστρεψα στην πόλη για τα καλά και με όρεξη να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Ήμουν 20 ετών.

Η υπόσχεση της πόλης ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο δεν ήταν ψέμα. Η οικογένειά μου είχε μετακομίσει από το γιγαντιαίο ξενοδοχείο Plaza Hotel που έμοιαζε με γαλλικό πύργο στο Sherry Netherland, με το καμπαναριό στην κορυφή, απέναντι από το Central Park. Αυτό έγινε το κέντρο των επιχειρήσεων για μένα, ή όπως το έθεσε ο πατέρας μου, η Επιχείρηση Cherchez-les-Femmes. Η Νέα Υόρκη τότε ήταν μαγνήτης για κάθε όμορφη νεαρή γυναίκα, περισσότερο κι από το Χόλιγουντ, και ως εκ τούτου ένας εύπορος, με ορμές, νεαρός δεν είχε πρόβλημα να βρει συνοδό. Τα δύο πιο γοητευτικά νυχτερινά κέντρα ήταν το El Morocco και το Stork Club, και έγινα τακτικός θαμώνας και στα δύο σε χρόνο μηδέν.

Υποθέτω ότι υπήρχε εγκληματικότητα και βρωμιά εκείνες τις αλησμόνητες μέρες και νύχτες, μόνο που, όντας στο Upper East Side, δεν τις έζησε κανείς από κοντά. Υπήρχαν απαγορευμένες περιοχές στο Χάρλεμ και στο Μπρονξ, όπου εγκληματίες σκότωναν και λήστευαν άλλους εγκληματίες, αλλά όλα αυτά τα χρόνια που έζησα στην 5η και την Park Avenue θυμάμαι μόνο ένα φόνο. Το πάρτι κράτησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν οι χίπις και τα αντιπολεμικά φρικιά, που λιβανίστηκαν από τα μέσα ενημέρωσης, ανέλαβαν τη νυχτερινή σκηνή. Τόσο το El Morocco όσο και το Stork έκλεισαν και αντικαταστάθηκαν από μεγάλες απρόσωπες αίθουσες που εξυπηρετούσαν αμφιλεγόμενης ηθικής τύπους, ναρκομανείς και εξωφρενικά ντυμένους επιδειξίες. Το WASP κατεστημένο μετακόμισε -κυριολεκτικά- καθώς είχε ήδη αντικατασταθεί στη Wall Street και στον τραπεζικό τομέα. Η κομψότητα ήταν εκτός, όπως και η αυτοσυγκράτηση, για να μην αναφέρω τους καλούς τρόπους, και η δημόσια επίδειξη, η βρισιά και η ασχήμια αλά Andy Warhol και τα φρικιά του ήταν εντός, και στις πρώτες σελίδες του Τύπου.

Σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της ζωής μου, κάθε φορά που διαβάζω για τα ασφυκτικά όρια της Αμερικής της δεκαετίας του ’50, θέλω να βγάλω ένα ξέρεις-τι, αλλά αν με έπιαναν να κουβαλάω ένα, και επειδή όντας λευκός με καθαρό μητρώο και όλα αυτά, πιθανότατα θα πέθαινα στη φυλακή. Ας το παραδεχτούμε: Η Αμερική σήμερα δεν είναι η ίδια χώρα που συνάντησα κάποτε ως ένα 12χρονο παιδί με λαμπερά μάτια. Η καταγγελία, που κάποτε ήταν κομμουνιστικό έθιμο, είναι τώρα πιο αμερικανική και από τη μηλόπιτα, και η κυριαρχία του όχλου σχεδόν άρθρο του Συντάγματος.

Η σημερινή Αμερική μου δίνει την εντύπωση ότι έχει παραιτηθεί στην ίδια της την παρακμή και έχει κουραστεί από τις αξίες της – και όχι μόνο από την υπερβολική ελευθερία των εγκληματιών να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους από εμάς. Ενώ εκατοντάδες χιλιάδες από την Κεντρική Αμερική πολιορκούν τα σύνορα προκειμένου να εισέλθουν στις ΗΠΑ, οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι δεν αξίζουν την επιτυχία του έθνους και αρνούνται τις δικές τους αρετές. Η επιτυχία θεωρείται πλέον ως προνόμιο που θέτει σκόπιμα άλλες ομάδες σε μειονεκτική θέση. Κάτι δεν πάει πολύ καλά όταν ένας άνδρας μπορεί να χάσει τη δουλειά του αν έστω και υπονοήσει ότι βρίσκει μια γυναίκα ελκυστική, ενώ τα τρίχρονα παιδιά διδάσκονται από τους δασκάλους ότι μπορούν να αλλάξουν το φύλο τους και να γίνουν κορίτσια ή το αντίστροφο. Ώρα να μετακομίσω στις Άλπεις και θα σας τα πω όλα την επόμενη φορά.

Opinions