του Απόστολου Κοτσάμπαση
Μετά ήρθε ο Maradona. Το 1986, στο Μεξικό ξανά, το χέρι του Θεού και το γκολ του αιώνα. Ένα κοντό, παχουλό αγόρι από τη φτωχογειτονιά που έκανε το γήπεδο να μοιάζει με προσωπικό πεδίο εκδίκησης. Έτρεχε, έπεφτε, σηκωνόταν, και όλοι γύρω του έμοιαζαν να είναι απλώς κομπάρσοι σε ένα φιλμ που μόνο αυτός ήξερε το σενάριο. Η ίδια αίσθηση αποξένωσης που νιώθεις όταν βλέπεις τον εαυτό σου σε βίντεο: αυτός είναι ο ήρωας, εσύ είσαι ο θεατής.
Σήμερα, ο Messi και ο Ronaldo συνεχίζουν το ίδιο έργο σε 4K. Ο Messi με την απαλή, σχεδόν αδιάφορη κίνηση, σαν να περπατάει μέσα σε όνειρο όπου τα γκολ έρχονται μόνα τους. Ο Ronaldo με την τελειομανία του, τους μυς, τα super cars, την εικόνα που πουλάει ο ίδιος καλύτερα από οποιονδήποτε μάνατζερ. Και οι δύο ξέρουν ότι το Μουντιάλ δεν είναι πια μόνο ποδόσφαιρο. Είναι brand. Είναι ιστορία που επαναλαμβάνεται για να γεμίσει κενά.
Οι παλαιότεροι – ο Gordon Banks που σταμάτησε το άπιαστο του Pele, ο Franz Beckenbauer που περπατούσε στο γήπεδο σαν να ήταν σαλόνι, ο Maldini με την ψυχρή τελειότητα του, ο Zidane με το κεφάλι σαν όπλο, ο Cruyff που άλλαξε το παιχνίδι πριν καν το καταλάβουμε – είναι φαντάσματα που στοιχειώνουν κάθε νέο τουρνουά. Ο Garrincha με τα στραβά πόδια του που χόρευαν, ο Müller που σκόραρε σαν μηχανή, ο Baggio με το βλέμμα του χαμένου ποιητή.
Είναι όλοι τους ήρωες σε ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Και εμείς, οι θεατές, συνεχίζουμε να παρακολουθούμε, να μετράμε γκολ, να θυμόμαστε ονόματα, ιστορίες, σ’ ένα διαρκή κύκλο που συνεχίζει να συνδέει γενιές και εποχές.