του Χρήστου Ζαμπούνη
Πηγαινοέρχομαι αυτές τις ημέρες στις τράπεζες, σε μία σισσύφεια προσπάθεια να πωλήσω ένα ακίνητο της πατρογονικής εστίας, ούτως ώστε να αποπληρώσω ένα εξυπηρετούμενο δάνειο, το οποίο επωλήθη σε έναν servicer, μαζί με τα «κόκκινα». Τολμώ να αναφέρω την προσωπική μου ιστορία διότι συνδέεται αμέσως με την τηλεοπτική σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια. Όσοι δανειολήπται την παρακολουθήσουν, θα αντιληφθούν γιατί θα ταυτισθούν με τους… ληστάς. Ήμουν ανταποκριτής του «Ελεύθερου Τύπου» στο Παρίσι, όταν πήρα στα χέρια μου από το κιόσκι του Boulevard Saint Michel ένα φύλλο της εφημερίδος, με τον πηχυαίο τίτλο «Το ριφιφί του αιώνα». Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, η υπόθεσις της ληστείας παραμένει ανεξιχνίαστος. Πρόσφατα δημοσιεύματα εγκύρων αστυνομικών συντακτών επαναφέρουν τις αρχικές θεωρίες περί εμπλοκής της ιταλικής μαφίας σε συνεργασία με το εγχώριο οργανωμένο έγκλημα. Σε αυτά τα «αχαρτογράφητα νερά» στήνει την πλοκή του ο σκηνοθέτης του «Έτερου Εγώ» και των «17 κλωστών», μεταξύ άλλων. Υφαίνοντας την ιστορία του πάνω σε στέρεα υλικά, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα της διανοίξεως ενός τούνελ 25 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρόης, επιχειρεί, στην συνέχεια, μία αντισυμβατική ανατροπή. Οι δράστες του είναι καθημερινοί άνθρωποι, με ένα κοινό χαρακτηριστικό. Έχουν υπάρξει όλοι, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, θύματα της τραπεζικής αναλγησίας. Με «κορυφαία του χορού» μία υπάλληλο της Ε.Δ.Υ.Δ.Α.Π. –το όνομα άλλαξε για ευνοήτους λόγους– η οποία έχασε το παιδί της και τον άνδρα της δολίως, εμβαθύνει στα προσωπικά δράματα ενός εκάστου των ηρώων του, αν και η σωστή λέξις είναι τραγωδίες. Δεν είναι τυχαίο, φρονώ, ο πάνδημος ενθουσιασμός που προεκλήθη από την προβολή του «Ριφιφί», ούτε ο ύπνος που ενδέχεται να χάσουν οι ευσυνείδητοι, πλην αμνηστευμένοι, τραπεζίτες μας.






