RADIO
| RADIO SHOP
CONTACT
Travellers Attitude · International Style Society

Polo: The Game of Kings – The King of Games

Από την μακρινή Αργεντινή, ο πλοιοκτήτης Νικόλαος Κοσμάτος αφηγείται την συμβιωτική σχέση του με το polo με άλογα και την ομάδα του «La Pausa», που πρωταγωνιστεί σε διάφορα tournois.

Εάν ανατρέξει κανείς στην Wikipedia, αλλά και στις κλασσικές εγκυκλοπαίδειες, θα ανακαλύψει ότι το polo με άλογα είναι ένα από τα αρχαιότερα ομαδικά αθλήματα στον κόσμο. Οι απαρχές του τοποθετούνται στην αρχαία Περσία στον 6ο αιώνα π.Χ., όπου ήταν το άθλημα της Αυλής. «Ο Δαρείος Γ’ είχε στείλει στον Αλέξανδρο ως “δωράκι” που είχε την έννοια της προσβολής, ένα ρόπαλο (mallet) και μία μπάλα, σαν να του έλεγε: “Πήγαινε να παίξεις παιχνίδια σαν παιδί αντί να πολεμάς”. Ο Μέγας Αλέξανδρος απάντησε έξυπνα: “Η μπάλα είναι η Γη και το ρόπαλο είμαι εγώ. Θα την κυριαρχήσω!”», αναφέρει το περιστατικό ο Νικόλαος Κοσμάτος όταν τον ερωτώ για την ιστορία του αθλήματος. Και συνεχίζει: «Από την Περσία το παιχνίδι διαδόθηκε σε όλη την Ασία μέσω των εμπόρων που ταξίδευαν σε όλη την ήπειρο και έφθασε στις κτήσεις της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η σύγχρονη μορφή του γεννήθηκε τον 19ο αιώνα στην αποικιοκρατούμενη Ινδία και δεν υπήρχε ανώτατος Άγγλος αξιωματούχος που εσέβετο τον εαυτό του που να μην είχε ιδρύσει όμιλο στο Σύνταγμά του και να παίζει polo. Ήταν θέμα χρόνου, το άθλημα να υιοθετηθεί στο “ηγεμονικό νησί”, κατά τον Σαίξπηρ, και από εκεί να εξαπλωθεί στην Ιρλανδία, την Αυστραλία, τις Η.Π.Α. και στην Αργεντινή». «Στην Αργεντινή;», απορώ. «Μάλιστα. Οι Αργεντίνοι, με την τεράστια παράδοση στην ιππασία και την κτηνοτροφία, το έχουν αναδείξει σε εθνικό σπορ. Τα τελευταία εκατόν είκοσι και πλέον, χρόνια έχουν βγάλει τους καλύτερους παίκτες, τα καλύτερα άλογα, και σήμερα κυριαρχούν παγκοσμίως».

Πότε και πώς, όμως, ξεκίνησε το πάθος του για το polo και πώς βρέθηκε στην χώρα της Λατινικής Αμερικής; «Έκανα ιππασία από νεαρός, αλλά μεγαλώνοντας στο Λονδίνο τις δεκαετίες του ’80 και ’90, έχοντας αγάπη για τα άλογα, άρχισα να παρακολουθώ τον Βασιλέα Κάρολο (τότε Διάδοχο) να παίζει το αγαπημένο του παιχνίδι, που ήταν το polo. Αν βάλουμε στην εξίσωση και το King Constantine Polo Cup που διοργάνωνε ο αείμνηστος βασιλεύς Κωνσταντίνος Β’ στο Λονδίνο, μαζί με μια από τις πιο επιτυχημένες  ομάδες polo για αρκετά χρόνια στην Αγγλία, την “Tramontana” του εφοπλιστή Αντώνη Εμπειρίκου, τότε η πορεία μου ως παίκτης του polo ήταν προδιαγεγραμμένη. Ξεκίνησα τα μαθήματα το 1991, όταν σπούδαζα στο Imperial College. Κάθε Τετάρτη είχαμε sports day και πηγαίναμε στο Ascot Park Polo Club και στο Epsom Polo Club, για να εξασκηθούμε. Από την αρχή ερωτεύτηκα αυτό το άθλημα και μπορώ να σας πω ακόμη ότι παθιάστηκα με αυτό. Είναι η αδρεναλίνη που σου δίνει το σκοράρισμα, οι μεγάλες ταχύτητες που αναπτύσσεις στην διάρκεια του αγώνα, τα άλογα, και τέλος το esprit de corps, το ομαδικό πνεύμα των παικτών που μου δημιουργούν ένα είδος εθισμού.

Είναι ένα δύσκολο και συνάμα πάρα πολύ επικίνδυνο σπορ που χρειάζεται υψηλές επιδόσεις στην ιππασία αλλά πως έχει πει και ο κορυφαίος παίκτης Gonzalo Pieres, “το polo είναι εθισμός. Δεν θα δεις κανέναν να ξεκινάει να παίζει polo και να λέει στην συνέχεια ότι δεν του αρέσει το άθλημα και ότι απεφάσισε να το αλλάξει με κάτι άλλο”». Η επόμενη ερώτηση αφορά στο γιατί δεν ευδοκίμησε το polo στη χώρα μας. «Κάναμε μία προσπάθεια το 1995 μαζί με έναν Ελληνοελβετό φίλο μου, τον Στέφανο Μάγιερ, και φέραμε στην Αθήνα 7 αργεντίνικα άλογα polo από τον όμιλο της Ζυρίχης. Παραλλήλως, ιδρύσαμε με γνωστούς Έλληνες ιππείς το Athens Polo Club. Είχαμε δυσκολίες ευρέσεως του κατάλληλου γηπέδου κοντά στην Αθήνα, διότι χρειάζονται 50 με 60 στρέμματα, και οι ιππικές εγκαταστάσεις του Στρατού Ξηράς όπου φιλοξενηθήκαμε, δεν μας επέτρεπαν να παίζουμε κανονικό polo, αλλά arena polo με 3×3 παίκτες. Ο πρόωρος θάνατος του αείμνηστου εφοπλιστή Σταμάτη Ιγγλέση, ο οποίος είχε ιδρύσει  επίσης, μαζί με τον ναύαρχο Καραμανώλη, και είχε σχεδόν μόνος του χρηματοδοτήσει, την ομάδα εφίππου polo της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, με διακρίσεις στο εξωτερικό, αλλά κυρίως η έλλειψη παικτών, οδήγησαν στην εγκατάλειψη του αθλήματος στην Ελλάδα. Θυμάμαι τότε αρκετά άλογα να καταλήγουν δωρεάν στους αμαξάδες των Σπετσών».

Screenshot

Screenshot

Screenshot

Screenshot

Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του Νικολάου Κοσμάτου τον οδήγησαν τα επόμενα χρόνια στο Connecticut της Νέας Υόρκης, στην Bangkok της Ταϋλάνδης και, τέλος, στην Σιγκαπούρη. Στα μέρη αυτά συνέχισε να παίζει (Yale Polo club, Siam Polo club, Singapore Polo club), ώσπου ένα ταξίδι στο Buenos Aires το 1996, άλλαξε την ζωή του. «Τα τελευταία όμως 12 χρόνια έχω κάνει την Αργεντινή βάση μου και παίζω εκεί αποκλειστικά στις δύο μεγάλες σαιζόν (την άνοιξη, δηλαδή τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο, και το φθινόπωρο, δηλαδή Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο)». Η απόφασή του να αποκτήσει την δική του ομάδα, την οποία εβάπτισε από το όνομα της θερινής του κατοικίας στην Κέρκυρα, «La  Pausa», τόπος καταγωγής του, ήταν μονόδρομος. «Προς αποφυγή παρεξηγήσεων ή λανθασμένων εντυπώσεων», σπεύδει να διευκρινίσει, «η συμμετοχή μου στο polo είναι ερασιτεχνική. Είναι σαν ο ιδιοκτήτης μίας ομάδος ποδοσφαίρου να παίζει δεξί μπακ. Οι υπόλοιποι παίκτες είναι επαγγελματίες, αλλά στα tournois που συμμετέχουμε το handicap είναι low ή medium, επειδή η ομάδα μας είναι ερασιτεχνική. Οι επιτυχίες μας πάντως στο αγωνιστικό σκέλος ήταν αρκετές, με το Prince of Wales Club (δις) στο περίφημο Hurlingham Club του Μπουένος Άιρες και το κύπελλο του αργεντίνικου στρατού, το Copa Ceballos, στο Palermo (όπου επίσης έχω ξανανικήσει το 2017). Με την νυν τιμητική μου ιδιότητα του Ταξίαρχου επί τιμή (Ιππικό – Τεθωρακισμένα) του Ελληνικού Στρατού νοιώθω υπερήφανος που κέρδισα αυτό το κύπελλο όπως επίσης είμαι πολύ περήφανος που είμαι ο μόνος Έλληνας που έχει καταφέρει να παίξει και να κερδίσει κύπελλα στο ναό του παγκοσμίου polo, στο γήπεδο Palermo του Buenos Aires. Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου να αποτίσω φόρο τιμής στους προγενέστερους εμού Έλληνες παίκτες, αρχίζοντας με τον Μέγα Αλέξανδρο και συνεχίζοντας με τον Τάκι Θεοδωρακόπουλο (Taki), τον Αντώνη Εμπειρίκο, και τον Νίκο Παπανικολάου και στην εποχή μας τον Στέφανο Βελισσαρόπουλο και τον Άγγελο Δαμάσκο.